Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου


Ορισμός και Επιδιώξεις του Εσωτερικού Ελέγχου

Ο Εσωτερικός Έλεγχος (Internal Audit), σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα για την Επαγγελματική Εφαρμογή του Εσωτερικού Ελέγχου, είναι μια ανεξάρτητη, αντικειμενική, διασφαλιστική και συμβουλευτική δραστηριότητα σχεδιασμένη να προσθέτει αξία και να βελτιώνει τις λειτουργίες ενός οργανισμού. Βοηθά τον ελεγχόμενο οργανισμό να επιτύχει τους αντικειμενικούς σκοπούς του, υιοθετώντας μια συστηματική, επαγγελματική προσέγγιση στην αξιολόγηση και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και εταιρικής διακυβέρνησης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σχεδιασμός, η εφαρμογή, η αξιολόγηση και η συνεχής βελτίωση ενός ολοκληρωμένου και αποτελεσματικού συστήματος εσωτερικού ελέγχου (system of internal control) είναι ευθύνη της Διεύθυνσης του ελεγχόμενου οργανισμού.


Αποστολή και Ρόλος

Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο, αποστολή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου ως η κεντρική αρχή για τη διενέργεια του εσωτερικού ελέγχου στις Κρατικές Υπηρεσίες, είναι η προώθηση της χρηστής χρηματοοικονομικής διαχείρισης στο Δημόσιο Τομέα μέσω της ενδυνάμωσης των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, της βελτίωσης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων και διακυβέρνησης των Κρατικών Υπηρεσιών, διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία τους.

O Ρόλος της Υπηρεσίας είναι συμβουλευτικός προς τις Διευθύνσεις των Υπουργείων και των Τμημάτων, για την εφαρμογή των κατάλληλων διαδικασιών, έτσι ώστε η λειτουργία της Δημόσιας Υπηρεσίας να γίνεται πιο παραγωγική και να είναι προσανατολισμένη σε αποτελέσματα, διασφαλίζοντας την ορθή διαχείριση και εξοικονόμηση του δημόσιου χρήματος.

Απώτερος στόχος της Υπηρεσίας είναι η διασφάλιση της παροχής στον πολίτη υψηλής ποιότητας υπηρεσιών από το κράτος με το χαμηλότερο οικονομικό κόστος, σε περιβάλλον όπου διασφαλίζονται οι αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της ορθολογικής οικονομικής διαχείρισης.

Με το πέρας του κάθε ελέγχου, ετοιμάζεται αναλυτική έκθεση που περιλαμβάνει τα ευρήματα και συστάσεις για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που έχουν εντοπιστεί. Η έκθεση υποβάλλεται στη Διεύθυνση και παίρνει τη μορφή Συμφωνημένου Σχεδίου Δράσης, το οποίο αναμένεται να εφαρμοστεί σε προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα.

Η προσθήκη αξίας στα συστήματα του ελεγχόμενου οργανισμού επιτυγχάνεται με την εφαρμογή των μέτρων που περιλαμβάνονται στο Συμφωνημένο Σχέδιο Δράσης. Για το σκοπό αυτό, διεξάγονται έλεγχοι παρακολούθησης της εφαρμογής του Συμφωνημένου Σχεδίου Δράσης, ώστε η Υπηρεσία να παρακολουθεί στενά την πορεία προόδου της υλοποίησης των συστάσεων από τον ελεγχόμενο οργανισμό καθώς και την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν συμφωνηθεί.

Σε περιπτώσεις που τα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης των συστάσεων μας δεν έχουν τηρηθεί, τότε οι λόγοι μη συμμόρφωσης των ελεγχόμενων αξιολογούνται και συμφωνείται αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα εκεί και όπου κριθεί σκόπιμο.

Το Συμβούλιο Εσωτερικού Ελέγχου ενημερώνεται για τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων που έχει διενεργήσει η Υπηρεσία και για την ανταπόκριση των διευθύνσεων των ελεγχόμενων οργανισμών, σύμφωνα με το Άρθρο 16, του Νόμου Ν114(Ι)/2003.


Αρμοδιότητες

Ο Τομέας Εσωτερικού Ελέγχου Κρατικών Υπηρεσιών σύμφωνα και με το άρθρο 9 του Νόμου έχει την ευχέρεια να διενεργεί έλεγχο σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, οποιουδήποτε ελεγχόμενου οργανισμού ακολουθώντας οποιαδήποτε μεθοδολογία και προσέγγιση κρίνει σκόπιμη.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, ο Τομέας δύναται να διενεργεί ελέγχους στη Δημόσια Υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία και περιλαμβάνει τη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, την Αστυνομία, το Στρατό και την Εθνική Φρουρά, αλλά δεν περιλαμβάνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως και κάθε υπαγόμενο σ’ αυτό Δικαστήριο. Έλεγχο μπορεί να διενεργεί στο Γενικό Εισαγγελέα, το Γενικό Ελεγκτή και την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αλλά όχι για ενέργειες που αφορούν την άσκηση των καθοριζομένων από το Σύνταγμα αρμοδιοτήτων τους.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου είναι η λειτουργική και διοικητική ανεξαρτησία της από τους ελεγχόμενους οργανισμούς. Γι’ αυτό, με βάση το άρθρο 10 του Νόμου, η Υπηρεσία είναι ανεξάρτητη από τη Διεύθυνση του ελεγχόμενου οργανισμού και δεν επιτρέπεται να έχει οποιαδήποτε άμεση αρμοδιότητα για, ή εξουσία πάνω στις δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου ούτε να μετέχει σε οποιαδήποτε απόφαση εκτελεστικής φύσεως.

Για να μπορεί η Υπηρεσία να ανταποκρίνεται στο ρόλο της, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, εξουσιοδοτείται όπως:

(α) έχει πρόσβαση σε εύλογο χρόνο σε όλα τα βιβλία, έγγραφα, λογαριασμούς, περιουσία, εντάλματα πληρωμής, αποδείξεις είσπραξης, αρχεία, αλληλογραφία και άλλα δεδομένα τα οποία είναι αναγκαία για την κατάλληλη εκτέλεση της εργασίας του εσωτερικού ελέγχου.

(β) έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε οποιαδήποτε κτίρια ή άλλες εγκαταστάσεις και να ζητεί από οποιοδήποτε Λειτουργό να παρέχει όλη την πληροφόρηση και όλες τις επεξηγήσεις που κρίνονται απαραίτητες για τη διαμόρφωση γνώμης και ο κάθε Λειτουργός θα πρέπει να ανταποκρίνεται έγκαιρα στην παροχή τέτοιων εξηγήσεων.

Σε περίπτωση που οποιοσδήποτε χωρίς νόμιμη δικαιολογία, παρεμποδίζει ή παρακωλύει με οποιοδήποτε τρόπο τον Έφορο ή οποιονδήποτε πρόσωπο που συμμετέχει σε οποιονδήποτε έλεγχο στη διεκπεραίωση της εργασίας τους είναι ένοχος αδικήματος.


Back To Top